Όταν οι περισσότεροι άνθρωποι ακούν τη λέξη «κακοποίηση», σκέφτονται κάτι ορατό, κάτι που αφήνει σημάδια. Όμως υπάρχει μια μορφή κακοποίησης που δεν είναι εμφανής ούτε στο σώμα, ούτε σε μηνύματα, ούτε σε τρίτους. Και αυτό ακριβώς την κάνει τόσο επικίνδυνη.
Ονομάζεται coercive control, ή στα ελληνικά, καταναγκαστικός έλεγχος. Και είναι ένα από τα πιο συχνά μοτίβα που βλέπω σε ανθρώπους που έχουν ζήσει δίπλα σε έναν νάρκισσο.
Τι είναι ο καταναγκαστικός έλεγχος;
Ο καταναγκαστικός έλεγχος είναι ένα συστηματικό μοτίβο συμπεριφοράς με στόχο να περιορίσει την ελευθερία, την αυτονομία και την αίσθηση πραγματικότητας του άλλου. Δεν αφορά μια μεμονωμένη κακή στιγμή. Δεν είναι ένας καβγάς που ξέφυγε. Είναι ένα επαναλαμβανόμενο, συνεπές μοτίβο ελέγχου που χτίζεται αργά, με τέτοιον τρόπο ώστε ο άλλος να μην καταλαβαίνει τι συμβαίνει, μέχρι να καταλάβει οτι έχει ήδη χάσει πολλά.
Πώς εκδηλώνεται στην καθημερινότητα;
Ο καταναγκαστικός έλεγχος σπάνια μοιάζει με αυτό που φαντάζεσαι. Συνήθως αρχίζει με μικρά πράγματα που φαίνονται λογικά ή ακόμα και στοργικά. Ο σύντροφος «ανησυχεί» για τις παρέες σου, σχολιάζει τι φοράς, θέλει να ξέρει πού είσαι κάθε ώρα, επειδή «σε αγαπάει». Σου φαίνονται γνώριμα αυτά;
Σταδιακά, αυτά τα μικρά πράγματα γίνονται κανόνες.
Και οι κανόνες γίνονται φυλακή.
Μερικά από τα πιο συνηθισμένα σημάδια που βλέπω:
- Απομόνωση από φίλους και οικογένεια, συχνά με τρόπο που μοιάζει με «προτίμηση» για να περνάει χρόνο μαζί σου.
- Έλεγχος των οικονομικών: ποιος δουλεύει, ποιος ξοδεύει, ποιος «επιτρέπεται» να έχει πρόσβαση στα χρήματα.
- Παρακολούθηση κινήσεων, μηνυμάτων, επαφών.
- Υποτίμηση των αποφάσεών σου μέχρι να σταματήσεις να παίρνεις.
- Χρήση ενοχής, σιωπής ή θυμού ως εργαλείων συμμόρφωσης.
Τίποτα από αυτά δεν αφήνει μελανιές.
Και όμως, μετά από χρόνια μέσα σε αυτό το μοτίβο, πολλοί άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη.
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να το αναγνωρίσεις;
Ένας από τους λόγους που ο καταναγκαστικός έλεγχος παραμένει αόρατος για τόσο καιρό, είναι ότι εκείνος που τον ασκεί σπάνια παρουσιάζεται ως κακοποιητής. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως αυτός που αγαπά περισσότερο, που ανησυχεί, που «απλώς θέλει να προστατεύσει».
Παράλληλα, το θύμα έχει συνηθίσει να αμφισβητεί τον εαυτό του. «Μήπως υπερβάλλω;», «Μήπως είμαι εγώ το πρόβλημα;», «Δεν με χτύπησε ποτέ, άρα δεν είναι κακοποίηση.»
Αυτή η σκέψη είναι ακριβώς αυτό που επιτρέπει στον έλεγχο να συνεχίζεται.
Τι ισχύει νομικά και ψυχολογικά για τον καταναγκαστικό έλεγχο;
Στη Βρετανία, ο καταναγκαστικός έλεγχος αναγνωρίστηκε ως ποινικό αδίκημα το 2015. Ψυχολογικά, εντάσσεται στον ευρύτερο ορισμό της ενδοοικογενειακής βίας από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ακριβώς επειδή η ζημιά που προκαλεί είναι μετρήσιμη, ακόμα κι αν δεν είναι ορατή.
Η έρευνα δείχνει ότι επηρεάζει άμεσα την αυτοεκτίμηση, την ικανότητα λήψης αποφάσεων και την αίσθηση ταυτότητας του ατόμου.
Με άλλα λόγια, αλλάζει ποιος είσαι και το κάνει αθόρυβα.
Αν αναγνωρίζεις αυτό το μοτίβο…
Το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα είναι να σταματήσεις να αμφισβητείς αυτό που βίωσες. Ο καταναγκαστικός έλεγχος είναι κακοποίηση. Το ότι δεν άφησε ίχνη δεν σημαίνει ότι δεν συνέβη. Σημαίνει ότι ήταν πιο καλά σχεδιασμένος.
Η αναγνώριση είναι η αρχή της διαδικασίας.
Αν θέλεις να μάθεις περισσότερα για τη ναρκισσιστική κακοποίηση, επικοινώνησε μαζί μου στο efi@efimesitidou.com
